Πρωτοποριακή συμφωνία σε παγκόσμιο επίπεδο μεταξύ της Novartis και του Ε.Σ.Υ. του Ηνωμένου Βασιλείου (NHS) για διευρυμένη και ταχεία πρόσβαση στην πρώτη στην κατηγορία της θεραπεία για τη μείωση των επιπέδων της χοληστερόλης

Πρωτοποριακή συμφωνία σε παγκόσμιο επίπεδο μεταξύ της Novartis και του Ε.Σ.Υ. του Ηνωμένου Βασιλείου (NHS) για διευρυμένη και ταχεία πρόσβαση στην πρώτη στην κατηγορία της θεραπεία για τη μείωση των επιπέδων της χοληστερόλης

Πρωτοποριακή συμφωνία σε παγκόσμιο επίπεδο μεταξύ της Novartis και του Ε.Σ.Υ. του Ηνωμένου Βασιλείου (NHS) για διευρυμένη και ταχεία πρόσβαση στην πρώτη στην κατηγορία της θεραπεία για τη μείωση των επιπέδων της χοληστερόλης

Η Novartis κατέληξε σε εμπορική συμφωνία με το NHS στην Αγγλία ως μέρος μιας πρωτοποριακής συνεργασίας με στόχο την υιοθέτηση μιας καινοτόμου προσέγγισης διαχείρισης της υγείας του πληθυσμού για την αντιμετώπιση των αυξημένων επιπέδων LDL-C σε ασθενείς με ASCVD που πληρούν τα κριτήρια σε ολόκληρη τη χώρα.

Η συνεργασία μεταξύ του NHS και της Novartis περνάει στη φάση της εφαρμογής μετά την τελική θετική σύσταση του Εθνικού Ινστιτούτου Αριστείας στην Υγεία και την Περίθαλψη (NICE) για τη χρήση της θεραπείας στην πρωτοβάθμια περίθαλψη για τη θεραπεία ενηλίκων ασθενών με τις εγκεκριμένες ενδείξεις, οι οποίοι εμφανίζουν σταθερά αυξημένα επίπεδα LDL-C (2.6 mmol/l ή περισσότερο παρά τη μέγιστη ανεκτή δόση στατινών με ή χωρίς εζετιμίμπη) και έχουν ιστορικό συγκεκριμένων καρδιαγγειακών συμβαμάτων.

H Novartis θα εργαστεί από κοινού με το Συνεργατικό Φορέα Γρήγορης Πρόσβασης (Accelerated Access Collaborative) του NHS

και το Ακαδημαϊκό Δίκτυο Επιστημών Υγείας (με τη στήριξη του NHS Digital) για να τους βοηθήσει στον εντοπισμό, τη θεραπεία και παρακολούθηση των επιλέξιμων ατόμων με ASCVD που έχουν εμφανίσει καρδιαγγειακό σύμβαμα, για παράδειγμα καρδιακή προσβολή ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, με υψηλά επίπεδα χοληστερόλης παρά τη λήψη θεραπείας μέγιστης ανεκτής δόσης στατινών.

«Η καρδιαγγειακή νόσος (CVD) αποτελεί εδώ και πάρα πολύ καιρό τη σημαντικότερη αιτία θνησιμότητας και το επίμονο αυτό πρόβλημα υγείας επιτάσσει να επαναπροσδιορίσουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε την υγεία της καρδιάς», δήλωσε ο CEO της Novartis, Vas Narasimhan. «Η πρωτοποριακή αυτή συνεργασία με το NHS στην Αγγλία έχει τη δυνατότητα να επιφέρει μια ριζική αλλαγή στη βελτίωση της καρδιαγγειακής νόσου σε όλη την επικράτεια του ΗΒ και αποδεικνύει τη δέσμευση της Novartis να συνεργαστεί με τα συστήματα υγείας σε όλον τον κόσμο για τη βελτίωση των εκβάσεων των ασθενών με τη συνδημιουργία πρωτοποριακών λύσεων πρόσβασης σε καινοτόμα φάρμακα».

Με περίπου 7,6 εκατομμύρια ανθρώπους στο ΗΒ να πάσχουν από καρδιαγγειακά νοσήματα

τα οποία ευθύνονται για πάνω από το 1/4 (27%) των συνολικών ετήσιων θανάτων, το NHS έχει αναγνωρίσει την CVD ως τη νόσο με το μεγαλύτερο περιθώριο να σωθούν ζωές τα επόμενα δέκα χρόνια. Η συνεργασία αυτή αποσκοπεί να συμβάλει στην επίτευξη των στόχων του Μακροπρόθεσμου Σχεδίου του NHS (Long Term Plan), το οποίο προτείνει την υιοθέτηση μιας προσέγγισης ενεργητικού εντοπισμού και περίθαλψης ασθενών με παθήσεις υψηλού κινδύνου που θα βοηθήσει στην πρόληψη της καρδιαγγειακής νόσου.

«Τα υψηλά επίπεδα χοληστερόλης αποτελούν την κύρια αιτία της καρδιαγγειακής νόσου, μιας νόσου που επηρεάζει την καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία. Πρόκειται για ιδιαίτερα κοινή πάθηση και μπορεί να εμφανιστεί στον οποιονδήποτε, συμπεριλαμβανομένων των νέων, αδύνατων, αθλητικών και δραστήριων ατόμων. Η ΜΚΟ HEART UK είναι έτοιμη να συνεχίσει να διαδραματίζει ηγετικό ρόλο, βοηθώντας τους ασθενείς να διαχειριστούν τα επίπεδα χοληστερόλης τους με αποτελεσματικό τρόπο και καλωσορίζουμε με θέρμη τη συνεργασία της Novartis και του NHS, η οποία θα δώσει πρόσβαση στο καινοτόμο αυτό φάρμακο σε περισσότερους ασθενείς», σχολίασε ο Jules Payne, Διευθύνων Σύμβουλος της HEART UK, μη κερδοσκοπικής οργάνωσης για τη χοληστερόλη.

Η σύσταση του NICE βασίστηκε στα αποτελέσματα του κλινικού ερευνητικού προγράμματος ORION της Novartis, που συμπεριλαμβάνει τις κλινικές δοκιμές Φάσης ΙΙΙ, ORION-9, ORION-10 και ORION-11, όπου συμμετείχαν περισσότεροι από 3.600 ασθενείς και αξιολογήθηκε η ασφάλεια, η αποτελεσματικότητα και η ανεκτικότητα της νέας θεραπείας για τη μείωση των επιπέδων της LDL – χοληστερόλης.